σιγώ

σιγῶ, -άω, ΝΜΑ [σῑγα]
1. τηρώ σιγή, μένω σιωπηλός, σωπαίνω, σιωπώ («σίγα, μή τις τ' ἄλλος Ἀχαιῶν τοῡτον ἀκούσῃ μῡθον», Ομ. Ιλ.)
2. (για πράγμ.) καταπαύω, ησυχάζω, σταματώ (α. «σίγησαν τα μίση» β. «σίγησε η θύελλα» γ. «σιγῶν δ' ὄλεθρος καὶ μέγα φωνοῡντ'... ἀμαθύνει», Αισχύλ.)
νεοελλ.
(για μηχανήματα, όργανα, εργαλεία) παύω να λειτουργώ, αδρανώ («τα πυροβόλα σίγησαν επιτέλους»)
αρχ.
1. (μτβ.) κρατώ κάτι μυστικό, τό αποσιωπώ
2. φρ. «τὰ σιγῶντ' ὀνόματ'... δαιμόνων» — άρρητα, μυστικά ή μυστηριώδη ονόματα τών θεοτήτων (Ευρ.).

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • σιγώ — σιγώ, σίγησα βλ. πίν. 73 …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • σιγώ — σίγησα 1. σιωπώ: Σίγησαν όλοι μόλις ανέβηκε στο βήμα ο πρωθυπουργός. – Σίγησαν τα κανόνια. 2. κοπάζω: Σίγησε ο πολιτικός σάλος …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • σιγῶ — σῑγῶ , σιγάω keep silence pres imperat mp 2nd sg σῑγῶ , σιγάω keep silence pres subj act 1st sg (attic epic ionic) σῑγῶ , σιγάω keep silence pres ind act 1st sg (attic epic ionic) σῑγῶ , σιγάω keep silence pres subj act 1st sg (attic epic… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Τὰ δ’ἄλλα σιγῶ. — (βοῦς ἐπὶ γλώσσῃ μέγας Βέβηκεν). См. Об этом история умалчивает …   Большой толково-фразеологический словарь Михельсона (оригинальная орфография)

  • σιωπώ — σιωπῶ, άω, ΝΜΑ, και σωπώ Ν, και σωπῶ, άω, ΜΑ (αμτβ.) τηρώ σιωπή, μένω σιωπηλός, σωπαίνω νεοελλ. δεν ηχώ ή παύω να ηχώ («η καμπάνα σιώπησε») αρχ. 1. καθίσταμαι βουβός, χάνω τη φωνή μου, βουβαίνομαι 2. (για μέλισσες) ησυχάζω, ηρεμώ 3. (μτβ.) φυλάγω …   Dictionary of Greek

  • υποσιγώ — άω, Α [σιγῶ] σιγώ, σωπαίνω ενόσω γίνεται κάτι …   Dictionary of Greek

  • об этом история умалчивает — (иноск.) не договаривает Ср. Принимал ли (начальник) гусей и поросят, местная хроника об этом умалчивала... Н. Макаров. Воспоминания. 1, 10. Ср. Das verschweigt des Sängers Höflichkeit. Об этом умалчивает скромность певца. Повторительная строка в …   Большой толково-фразеологический словарь Михельсона

  • Об этом история умалчивает — Объ этомъ исторія умалчиваетъ (иноск.) не договариваетъ. Ср. Принималъ ли (начальникъ) гусей и поросятъ, мѣстная хроника объ этомъ умалчивала... Н. Макаровъ. Воспоминанія. 1, 10. Ср. Das verschweigt des Sängers Höflichkeit. Пер. Объ этомъ… …   Большой толково-фразеологический словарь Михельсона (оригинальная орфография)

  • ασίγητος — η, ο (AM ἀσίγητος, ον) [σιγώ] 1. αυτός που ποτέ δεν μένει σιωπηλός, αυτός που πάντα θορυβεί 2. ο αδιάκοπος …   Dictionary of Greek

  • σίγα — Α 1. (ως επίρρ.) α) σιωπηλά («ἄκουε σῑγα», Σοφ.) β) με σιγανή φωνή, ψιθυριστά («σῑγα σήμαινε», Σοφ.) 2. (ως επιφών.) σιωπή! [ΕΤΥΜΟΛ. Πρόκειται για επίρρ. άγνωστης ετυμολ. που, κατά την επικρατέστερη άποψη, αποτελεί εκφραστικό σχηματισμό από θ. σι …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.